Ό,τι καλύτερο για την υγεία σου



Χρήσιμες πληροφορίες για την υγεία σας

BLOG

9035189_m-1.jpg

Η πραγματοποίηση ενός κύκλου εξωσωματικής γονιμοποίησης από μια γυναίκα δεν αυξάνει τον κίνδυνο να αναπτύξει καρκίνο του μαστού αργότερα στη ζωή της, όπως διαπιστώνει μια νέα ευρεία έρευνα, που διεξήχθη στην Ολλανδία και δίνει απάντηση σε μύθους που συχνά προβλημάτιζαν γυναίκες που έπρεπε να ακολουθήσουν τη μέθοδο της εξωσωματικής για να αποκτήσουν ένα μωρό.

Η σηματική έρευνα

Πιο συγκεκριμένα, στην έρευνα, εξετάστηκαν πάνω από 25.000 γυναίκες που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία εξωσωματικής γονιμοποίησης, 21 χρόνια νωρίτερα κατά μέσο όρο. Αυτή η μελέτη επιβεβαιώνει άλλες προηγούμενες, συμπεριλαμβανομένης μιας ευρείας έρευνας του 2013, στις ΗΠΑ, που μελέτησε 87.000 γυναίκες, οι οποίες δεν έδειξαν αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού.

Ο καρκίνος του μαστού μπορεί να προκληθεί από την έκθεση στις φυσικές ορμόνες οιστρογόνων και της προγεστερόνης, καθώς και από συνθετικές εκδοχές των ορμονών. Επειδή η εξωσωματική γονιμοποίηση περιλαμβάνει βραχυπρόθεσμη έκθεση σε υψηλά επίπεδα αυτών των ορμονών, κρίθηκε ότι ήταν σημαντικό να εξεταστεί ο πιθανός κίνδυνος.

Διαβάστε ακόμα: Νέα ανακάλυψη βοηθά στην επιλογή των καταλληλότερων ωαρίων στην εξωσωματική

Τα στοιχεία της μελέτης

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της American Medical Association, εξέτασε 25.108 γυναίκες που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία υπογονιμότητας μεταξύ 1983 και 1955. Από αυτές, οι 19.158 είχαν υποβληθεί σε θεραπεία εξωσωματικής γονιμοποίησης και οι 5950 είχαν υποβληθεί σε άλλες θεραπείες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Βρέθηκαν στο σύνολο 948 περιπτώσεις καρκίνου του μαστού -ποσοστό 3%- και στις δύο ομάδες.

Η μελέτη σκόπιμα σύγκρινε γυναίκες που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία υπογονιμότητας, διότι μπορεί να υπάρχει σχέση μεταξύ της ίδιας της υπογονιμότητας και του καρκίνου. Για παράδειγμα, το περασμένο έτος, μια μελέτη διαπίστωσε οι γυναίκες που είχαν χρησιμοποιήσει τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής είχαν κατά 33% περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν καρκίνο των ωοθηκών, αλλά αυτό πιστεύεται ότι συμβαίνει επειδή η υποκείμενη αιτία της υπογονιμότητας αυξάνει επίσης τον κίνδυνο του καρκίνου.

Η ίδια ερευνητική ομάδα, του Netherlands Cancer Institute, στο Άμστερνταμ, έχει ήδη διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει καμία σύνδεση μεταξύ IVF και καρκίνου του παχέος εντέρου όπως επίσης και καρκίνου του ενδομητρίου.

Αν και οι γυναίκες παρακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο 21 χρόνια, η μέση ηλικία τους, στο τέλος της μελέτης, ήταν περίπου 54 ετών. Αυτό επισημαίνεται επειδή η πλειονότητα των καρκίνων του μαστού δεν εκδηλώνονται μέχρι αυτή την ηλικία αλλά μετά από αυτήν. Επιπλέον, η σύγχρονες θεραπείες εξωσωματικής γονιμοποίησης διαφέρουν σημαντικά από εκείνες που εφαρμόζονταν στη δεκαετία του ’80 και του ’90. Άρα, τα αποτελέσματα της μελέτης μπορεί να μην ισχύουν καν για τις τρέχουσες θεραπευτικές αγωγές, που είναι πιο προηγμένες και πιο ασφαλείς.

Η μελέτη διαπίστωσε, τέλος, ότι οι γυναίκες που είχαν υποβληθεί σε επτά ή περισσότερους κύκλους εξωσωματικής γονιμοποίησης είχαν σημαντικά μειωμένο κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου του μαστού σε σύγκριση με όσες είχαν υποβληθεί σε έναν ή δύο κύκλους. Η φτωχή ανταπόκριση στον πρώτο κύκλο της εξωσωματικής γονιμοποίησης συσχετίστηκε, επίσης, με μειωμένο κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου του μαστού.

Το σίγουρο είναι ότι οι μελέτη θα προχωρήσει τα συμπεράσματά της, καθώς συνήθως γίνονται περαιτέρω έρευνες για εξαγωγή και επιμέρους συμπερασμάτων. Το σημαντικό είναι ότι δίνεται μία ξεκάθαρα αρνητική απάντηση σε όσες γυναίκες ενδιαφέρονται να μπουν στη διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης και τις καθησυχάζει ότι δε διατρέχουν κίνδυνο να αυξηθούν, λόγω της IVF, οι πιθανότητες εκδήλωσης καρκίνου του μαστού.

Σχετικά άρθρα:
Τα στάδια της εξωσωματικής γονιμοποίησης
Αναπαραγωγή στα 30, στα 40, ή στα 50: υπεύθυνες αλήθειες και επικίνδυνα ψέματα
Καρκίνος του μαστού: γιατί είναι πολύτιμη η πρώιμη διάγνωση;


52900239_l-e1458720184956-1.jpg

Μία συχνή ανησυχία πολλών νέων γυναικών στις οποίες υπάρχει υποψία ή ακόμα και διάγνωση ενδομητρίωσης είναι αν μπορούν να μείνουν έγκυες και αν υπάρχει κάτι που πρέπει να κάνουν προκειμένου να επιτύχουν με ασφάλεια μία εγκυμοσύνη.


16065482_l-e1456471101208-1.jpg

Οι πληγές και οι φλεγμονές της ενδομητρίωσης μπορεί να οδηγήσουν σε καθημερινό και συνεχή πυελικό πόνο για πολλές γυναίκες. Σε μια μελέτη των γυναικών με διαγνωσμένη ενδομητρίωση, το 45% ένιωθε πόνο κατά τη συνουσία, το 29% είχε πόνο στο έντερο και το 69% είχαν πυελικό πόνο, ανεξαρτήτως εμμηνόρροιας.


e1452366036235.jpg

Η υπογονιμότητα αφορά περίπου το 10% των γυναικών. Μελέτες έχουν δείξει ότι περίπου το ένα τρίτο των περιπτώσεων υπογονιμότητας οφείλονται σε γυναικεία υπογονιμότητα, άλλο ένα τρίτο σε ανδρική υπογονιμότητα και οι υπόλοιπες σε ζητήματα που αφορούν τους δύο συντρόφους και ενδέχεται να παραμείνουν άγνωστες.

Πολλοί είναι οι παράγοντες που μπορούν να συμβάλουν στην γυναικεία υπογονιμότητα. Η κατανόησή τους είναι το πρώτο βήμα προς την καταπολέμησή τους.

Προβλήματα ωορρηξίας

Την πιο συχνή αιτία της γυναικείας υπογονιμότητας αποτελούν τα προβλήματα που σχετίζονται με την ωορρηξία. Χωρίς την απελευθέρωση ωαρίων δεν μπορεί να υπάρξει εγκυμοσύνη. Η έλλειψη ωορρηξίας συχνά οφείλεται σε:

  • Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών: Μια δυσαναλογία των ορμονών διαταράσσει τη φυσιολογική διαδικασία της ωορρηξίας.
  • Πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια: Αφορά τις γυναίκες κάτω των 40 ετών, των οποίων οι ωοθήκες δε λειτουργούν, όπως θα έπρεπε, κατά τη διάρκεια των γόνιμων χρόνων τους.

Φραγμένες σάλπιγγες

Η απόφραξη των σαλπίγγων μπορεί να αποτρέψει ένα απελευθερωμένο ωάριο από το να γονιμοποιηθεί από το σπέρμα και να ταξιδέψει προς τη μήτρα. Φραγμένες σάλπιγγες μπορεί να εντοπιστούν σε περιπτώσεις:

  • Φλεγμονώδους νόσου της πυέλου
  • Ενδομητρίωσης, μίας κατάστασης που χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του ενδομήτριου ιστού εκτός της μήτρας
  • Χειρουργικής επέμβασης για εξωμήτριο κύηση

Παθήσεις της μήτρας

Η υπογονιμότητα στις γυναίκες μπορεί να οφείλεται σε προβλήματα της ίδιας της μήτρας ή στην ανεπιθύμητη ανάπτυξη, εντός της μήτρας, ινομυωμάτων ή πολυπόδων. Τα ινομυώματα της μήτρας είναι συνήθως καλοήθη, αλλά μπορεί να αναπτυχθούν στα τοιχώματα της μήτρας. Τα παραπάνω και άλλες φυσικές ανωμαλίες της μήτρας μπορεί να καταστήσουν δύσκολη τη σύλληψη ή την κύηση.

Συμπτώματα

Μερικά κοινά συμπτώματα που μπορεί να υποδηλώνουν γυναικεία υπογονιμότητα περιλαμβάνουν ακανόνιστη έμμηνο ρύση, απουσία περιόδου ή φοβερό πόνο κατά την περίοδο σας.

Αν έχετε κάποιο από αυτά τα παραπάνω συμπτώματα, αν νομίζετε ότι έχετε κάποια πάθηση που μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητά σας, όπως η ενδομητρίωση ή η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου, ή αν έχετε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να συλλάβετε για ένα έτος (ή έξι μήνες, εάν είστε 35 ετών και άνω), καλό θα ήταν να επικοινωνήσετε μαζί μας. Μαζί θα εξετάσουμε το ιατρικό ιστορικό σας και θα προβούμε σε επιπλέον εξετάσεις για να διαπιστωθεί αν υπάρχει ή όχι ζήτημα υπογονιμότητας.

Διάγνωση του προβλήματος

Μερικά από τις πιο συχνές διαγνωστικές εξετάσεις για τη γυναικεία υπογονιμότητα είναι:

  • Παρακολούθηση της ωορρηξίας.

    Το πρώτο βήμα για την αξιολόγηση της γονιμότητάς σας είναι να εντοπίζετε πότε έχετε ωορρηξία. Για την εκτίμηση της ωορρηξίας, ο γιατρός μπορεί να σας καθοδηγήσει να κρατάτε ημερολόγιο του εμμηνορροϊκού κύκλου, καταγράφοντας τη θερμοκρασία του σώματος, να χρησιμοποιήσετε ένα σετ ελέγχου ούρων ή να κάνετε περιοδικές εξετάσεις αίματος. Μπορεί, ακόμη, και να παρακολουθεί την ανάπτυξη του ωοθυλακίου με υπερήχους.

  • Υστεροσαλπιγγογραφία

    . Στην εξέταση αυτή, ένα υγρό εγχέεται στον τράχηλο και μια ακτινογραφία χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση της ροής του για την ανίχνευση φραγμένων σαλπίγγων ή μητρικών ανωμαλιών.

  • Λαπαροσκόπηση.

    Το λαπαροσκόπιο, ένα μικρό χειρουργικό εργαλείο που φέρει μικροσκοπική κάμερα – εισάγεται στην κοιλιά, έτσι ώστε ο γιατρός μπορεί να απεικονίσει οποιαδήποτε προβλήματα επηρεάζουν οι σάλπιγγες και η μήτρα.

  • Ορμονολογικές εξετάσεις.

    Ο γιατρός μπορεί να ζητήσει εξετάσεις αίματος για να ελέγξει για μη φυσιολογικά επίπεδα ορμονών, που παίζουν σημαντικό ρόλο σε θέματα γονιμότητας.

  • Εξέταση ωοθηκικών αποθεμάτων.

    Αυτή η απλή εξέταση αίματος μπορεί να δώσει στο γιατρό μια σαφή εικόνα για τον αριθμό και την υγεία των ωοθηκών.

Θεραπεία

Οι εξελιγμένες θεραπείες υπογονιμότητας μπορούν να βοηθήσουν πολλές γυναίκες να συλλάβουν. Οι επιλογές περιλαμβάνουν:

  • Φαρμακευτική αγωγή, όπως φάρμακα γονιμότητας
  • Χειρουργική επέμβαση, όπως αφαίρεση των ινομυωμάτων ή πολυπόδων του ενδομητρίου
  • Σπερματέγχυση
  • Άλλες τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση.

Μειώστε τον κίνδυνο της υπογονιμότητας

Σε πολλές περιπτώσεις, δεν μπορούμε να καθορίσουμε τη γονιμότητά μας, αλλά μπορούμε να αυξήσουμε τις πιθανότητες να φέρουμε στον κόσμο ένα υγιές μωρό, ως εξής:

  • Διακοπή του καπνίσματος
  • Αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ
  • Διαχείριση του άγχους
  • Υγιεινή διατροφή και διατήρηση φυσιολογικού βάρους
  • Προστασία από σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες

Η αδυναμία σύλληψης μπορεί να προκαλέσει απογοήτευση και έντονα αρνητικά συναισθήματα. Ευτυχώς, οι ειδικοί στην υπογονιμότητα έχουν αναπτύξει πολλές διαφορετικές θεραπευτικές επιλογές. Συζητήστε με το γιατρό σχετικά με τη βέλτιστη λύση για εσάς και το σύντροφό σας.

 


-e1452107295410.jpg

Τι είναι το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο (APS) και τι μπορεί να προκαλέσει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης;

Το APS είναι μία επίκτητη μορφή θρομβοφιλίας. Η επίκτητη θρομβοφιλία δεν κληρονομείται, αλλά αναπτύσσεται από μόνη της. Η πιο συνηθισμένη μορφή επίκτητης θρομβοφιλίας είναι το APS. Το APS είναι μια αυτοάνοση διαταραχή, που χαρακτηρίζεται από παρουσία αντισωμάτων ή αντιπηκτικό του λύκου, τα οποία οδηγούν τον οργανισμό σε υπερπηκτική κατάσταση και αποτελούν μείζονα παράγοντα κινδύνου φλεβικής και αρτηριακής θρόμβωσης, καθώς και επιπλοκών στην κύηση.

Όταν έχετε ένα αυτοάνοσο νόσημα, το ανοσοποιητικό σας σύστημα επιτίθεται στον υγιή ιστό. Στην περίπτωση του APS, το σώμα σας παράγει αντισώματα τα οποία οδηγούν σε ενεργοποίηση του τοιχώματος των αγγείων και των στοιχείων του αίματος που οδηγούν στην παραγωγή προθρομβωτικών ουσιών.

Το APS συναντάται περίπου στο 5% των γυναικών που διανύουν μία εγκυμοσύνη, ενώ υπολογίζεται ότι σε αυτό οφείλεται το 15% των περιπτώσεων γυναικών με καθ’έξιν αποβολές.

Οι πιθανές επιπλοκές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, λόγω APS συμπεριλαμβάνουν:

  • Ενδομήτρια Υπολειπόμενη Ανάπτυξη Εμβρύου( IUGR).

Η Ενδομήτρια Υπολειπόμενη Ανάπτυξη Εμβρύου παρατηρείται όταν το έμβρυο εμφανίζει ρυθμό ανάπτυξης στη μήτρα, μικρότερο του φυσιολογικού.

  • Ανεπάρκεια του πλακούντα.

Ο πλακούντας αναπτύσσεται στη μήτρα και τροφοδοτεί το έμβρυο με θρεπτικά συστατικά και οξυγόνο, μέσω του ομφάλιου λώρου. Στην περίπτωση ανεπάρκειας, ο πλακούντας δε λειτουργεί τόσο καλά όσο θα έπρεπε και το έμβρυο δε λαμβάνει επαρκή ποσότητα θρεπτικών ουσιών και οξυγόνου.

  • Προεκλαμψία.

Η προεκλαμψία είναι μια κατάσταση που μπορεί να συμβεί μετά την 20η εβδομάδα της κύησης. Όταν μια έγκυος παρουσιάσει προεκλαμψία εμφανίζει υψηλή πίεση και μερικά από τα όργανά της, όπως τα νεφρά και το ήπαρ, δείχνουν σημάδια δυσλειτουργίας. Μερικά από αυτά τα σημάδια περιλαμβάνουν πρωτεινουρία, προβλήματα στην όραση και έντονη κεφαλαλγία.

  • Πρόωρος τοκετός.

Ο τοκετός θεωρείται πρόωρος όταν πραγματοποιηθεί πριν από τις 37 εβδομάδες κύησης.

  • Αποβολή.

Ως αποβολή θεωρείται ο θάνατος του εμβρύου στη μήτρα πριν από τις 20 εβδομάδες κύησης.

  • Ενδομήτριος θάνατος.

Ως ενδομήτριος θάνατος θεωρείται ο θάνατος του εμβρύου στη μήτρα μετά τις 20 εβδομάδες κύησης.


Test_Tubes-e1451923958814-1.jpg

Πώς μπορεί να διαγνωσθεί η θρομβοφιλία;

Υπάρχουν διάφορα είδη εξετάσεων αίματος για τον έλεγχο της θρομβοφιλίας. Ο γιατρός σας εξετάζοντας την πιθανότητα προβλημάτων πήξης στο αίμα σας, αλλά και το οικογενειακό σας ιστορικό, θα κρίνει σε ποιες εξετάσεις θα πρέπει να υποβληθείτε.

Οι περισσότεροι άνθρωποι με θρομβοφιλία δεν εμφανίζουν κάποια σημάδια ή συμπτώματα και αυτό συμβαίνει διότι η θρομβοφιλία είναι προδιαθεσικός παράγοντας και όχι ασθένεια. Το πρώτο σημάδι που μπορεί να γίνει αντιληπτό είναι η δημιουργία θρόμβου.

Η θρόμβωση μπορεί να εμφανιστεί:

  • Στις φλέβες των κάτω άκρων, αλλά και άλλων σημείων του σώματος.

Ο θρόμβος αναπτύσσεται σε ένα αιμοφόρο αγγείο και εμποδίζει τη ροή του αίματος.

  • Εγκεφαλική φλεβική θρόμβωση (CVT).

Αυτό το είδος της θρόμβωσης συμβαίνει όταν δημιουργηθεί ένας θρόμβος αίματος σε φλέβα στον εγκέφαλο. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πονοκέφαλο ο οποίος δεν υποχωρεί, προβλήματα όρασης και επιληπτικές κρίσεις και είναι μία ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση.

  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (DVT).

Αυτό το είδος θρόμβωσης συμβαίνει όταν δημιουργηθεί ένας θρόμβος αίματος σε μία φλέβα του εν τω βάθει φλεβικού δικτύου, συνήθως στη γάμπα ή στο μηρό. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν αίσθηση καύσου πάνω από τη φλέβα και πόνο, οίδημα και ερυθρότητα του δέρματος στην περιοχή του θρόμβου.

  • Πνευμονική εμβολή (ΡΕ).

Μια εμβολή είναι ένας θρόμβος αίματος που μπορεί να μεταφερθεί από το σημείο που δημιουργήθηκε, σε ένα άλλο σημείο του σώματος. Όταν ο θρόμβος μεταφέρεται στον πνεύμονα, πρόκειται για ΡΕ. Η πνευμονική εμβολή μπορεί να προκαλέσει χαμηλά επίπεδα οξυγόνου στο αίμα σας και να καταστρέψει τα όργανα του σώματός σας. Είναι μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Τα συμπτώματα της ΡΕ μπορεί να περιλαμβάνουν δυσκολία στην αναπνοή, ταχυκαρδία ή αρρυθμία, πόνο στο στήθος, λιποθυμία, αίσθημα άγχους ή και βήχα με αιμόπτυση.

  • Φλεβική θρομβοεμβολή (VTE).

Περιλαμβάνει τις DVT και PE, πρόκειται για πολυπαραγοντική νόσο προκαλούμενη από συνδυασμό κληρονομικών, επίκτητων και περιβαλλοντικών προδιαθεσικών παραγόντων. Είναι μία συχνή, ύπουλη και δυνητικά θανάσιμη κατάσταση που χαρακτηρίζεται από σημαντικό κίνδυνο υποτροπής, μπορεί να μην αξιολογείται λόγω μη ειδικών κλινικών σημείων και να οδηγήσει σε μακροχρόνιες και σημαντικές επιπλοκές όπως χρόνια πνευμονική υπέρταση και μεταθρομβωτικό σύνδρομο.

Ο γιατρός σας, μέσω υπερήχων ή (σε περίπτωση που κριθεί αναγκαίο) μαγνητικής τομογραφίας, μπορεί να έχει μια σαφή εικόνα του σώματος και των αγγείων σας, ώστε να αποφευχθούν τέτοιου είδους επιπλοκές. Αυτές οι εξετάσεις είναι ανώδυνες και ασφαλείς, τόσο για εσάς, όσο και για το έμβρυο.

Όταν η θρομβοφιλία είναι επίκτητη, η διάγνωση γίνεται μέσω εξέτασης αίματος για παρουσία συγκεκριμένων αντισωμάτων και πηκτικών διαταραχών

Όταν η θρομβοφιλία είναι κληρονομική, το μεταλλαγμένο γονίδιο έχει περάσει από τον γονέα στο παιδί..

Οι σημαντικότεροι παράγοντες κληρονομικής θρομβοφιλίας είναι:

  • Μετάλλαξη του παράγοντα V(Leiden)
  • Μετάλλαξη της Προθρομβίνης (G20210A)
  • Έλλειψη της Πρωτεΐνης C
  • Έλλειψη της Πρωτεΐνη S
  • Έλλειψη της Αντιθρομβίνης

-ΚΥΗΣΗ-e1452106897715.jpg

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της θρομβοφιλίας εξαρτάται από:

  • Τον τύπο της θρομβοφιλίας.
  • Το προσωπικό και οικογενειακό ιστορικό
  • Το κλινικό προφίλ της ασθενούς
  • Τον συνδυασμό με άλλες παθολογικές καταστάσεις

Σε συνεργασία με τον αιματολόγο, θα κρίνουμε αν είναι απαραίτητο να λάβετε κάποια αντιπηκτική ή αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή και κατά την περίοδο της λοχείας. Τα αντιθρομβωτικά φάρμακα θα σταματήσουν την ανάπτυξη των θρόμβων σε περίπτωση που αυτοί έχουν ήδη σχηματιστεί και θα αποτρέψουν τη δημιουργία νέων.

Το είδος και η ένταση της θεραπείας θα πρέπει να εξατομικεύεται με βάση τις ανάγκες κάθε γυναίκας.

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μία γυναίκα με θρομβοφιλία μπορεί να χρειαστεί να κάνει εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου πιο συχνά από τις γυναίκες που δεν έχουν θρομβοφιλία.

Επιπλέον, ο γιατρός σας μπορεί να ελέγχει την κατάσταση του εμβρύου μέσω των ακόλουθων εξετάσεων :

  • Υπέρηχος

Μέσω του υπερήχου, ο γιατρός θα εξετάσει την ενδομήτρια αύξηση και ανάπτυξη του εμβρύου, ενώ το υπερηχογράφημα Doppler θα ελέγξει τη ροή του αίματος στην ομφαλική αρτηρία.

  • ΝST

Η παρακολούθηση του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού γίνεται με τη δοκιμή NST και ελέγχει τον καρδιακό ρυθμό του εμβρύου στη μήτρα, αλλά και τις αλλαγές του καρδιακού ρυθμού, όταν αυτό κινείται.


Screen-Shot-2013-12-03-at-7.24.56-μ.μ.11-1.png

Μια καινούρια έρευνα εξέτασε 401 ζευγάρια ηλικίας 18-44 χρονών, τα οποία όλα προσπαθούσαν να κάνουν μωρό. Κατά την διάρκεια της μελέτης 347 γυναίκες κατάφεραν να συλλάβουν ενώ οι υπόλοιπες 54 δεν μπόρεσαν να μείνουν έγκυες.  Από τα δείγματα αίματος που εξετάστηκαν στην έναρξη της μελέτης, εντοπίστηκε σχέση μεταξύ της χοληστερόλης και της γονιμότητας. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα περισσότερα άτομα που είχαν χοληστερόλη δεν ήταν υπέρβαροι ή σε μεγάλη ηλικία. Τα ζευγάρια που και οι δύο είχαν υψηλά επίπεδα  χοληστερόλης έκαναν περισσότερο χρόνο για να έχουν μια πετυχημένη σύλληψη.  Είναι σημαντικό τα ζευγάρια που προσπαθούν να συλλάβουν να κάνουν μια σωστή διατροφή.

Περισσότερα στοιχεία για τη μελέτη εδώ.


Σχετικά

Το περιεχόμενο της παρούσας ιστοσελίδας έχει ως στόχο την πληροφόρηση των χρηστών-επισκεπτών της και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει το γιατρό σας. Απαγορεύεται, χωρίς την προηγούμενη, έγγραφη άδεια απο το διαχειριστή της σελίδας, η οποιαδήποτε χρήση, εκμετάλευση, αναδημοσίευση, αναπαραγωγή και αντιγραφή με οποιονδήποτε τρόπο του περιεχομένου και υπηρεσιών του παρόντος δικτυακού τόπου-Νόμος 212/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.

Βρείτε μας στο κινητό σας

qr code

Εγγραφείτε στο Newsletter μας

για να λαμβάνετε χρήσιμα νέα για την υγεία σας.